Πρακτικές Οδηγίες
Αιτήματα προσωρινών μέτρων1

(Άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου)

1 Πρακτική οδηγία που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κανονισμού του Δικαστηρίου στις 5 Μαρτίου 2003 και αναθεωρήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2009, 7 Ιουλίου 2011, 3 Μαΐου 2022 και 28 Μαρτίου 2024

I. Εισαγωγή

Στο πλαίσιο του συστήματος της Σύμβασης, προσωρινά μέτρα μπορούν, σε εξαιρετικές περιστάσεις και όταν υπάρχει επικείμενος κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, να υποδειχθούν βάσει του άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, είτε κατόπιν αιτήματος διαδίκου ή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου είτε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Τα μέτρα αυτά διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην αποτροπή μη αναστρέψιμων καταστάσεων που θα εμπόδιζαν τα εθνικά δικαστήρια ή/και το Δικαστήριο να εξετάσουν δεόντως τις αιτιάσεις βάσει της Σύμβασης και, κατά περίπτωση, στη διασφάλιση, για τον προσφεύγοντα, της πρακτικής και αποτελεσματικής απόλαυσης των δικαιωμάτων της Σύμβασης που επικαλείται.

Η μη συμμόρφωση εγκαλούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους με προσωρινά μέτρα υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος ατομικής προσφυγής που κατοχυρώνεται από το άρθρο 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και την επίσημη δέσμευση του Κράτους, βάσει του άρθρου 1, να διασφαλίζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται στη Σύμβαση. Όταν υποδεικνύει προσωρινά μέτρα, το Δικαστήριο ασκεί τη δικαιοδοσία του για να εξασφαλίζει την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν για τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη από τη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της, σύμφωνα με το άρθρο 19· η δικαιοδοσία αυτή εκτείνεται σε όλα τα ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32 της Σύμβασης (βλ., μεταξύ άλλων, Mamatkulov and Askarov v. Turkey [GC], αριθ. 46827/99 και 46951/99, §§ 128–29, ECHR 2005-I· Paladi v. Moldova [GC], αριθ. 39806/05, §§ 84–106, 10 Μαρτίου 2009· M.K. and Others v. Poland, αριθ. 40503/17 και 2 άλλες, §§ 229–38, 23 Ιουλίου 2020· και K.I. v. France, αριθ. 5560/19, § 115, 15 Απριλίου 2021). Συνεπώς, τα προσωρινά μέτρα είναι δεσμευτικά.

Το κείμενο του άρθρου 39 τροποποιήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2024, ώστε να αποσαφηνιστούν περαιτέρω οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να υποδειχθούν προσωρινά μέτρα, καθώς και το όριο που πρέπει να πληρούται σε σχέση με το αίτημα και την εφαρμογή τους. Η τροποποίηση αποσκοπούσε επίσης στην ευθυγράμμιση του κειμένου του άρθρου με την πάγια νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου σχετικά με τα προσωρινά μέτρα.

Σκοπός των παρόντων αναθεωρημένων Πρακτικών Οδηγιών είναι να παράσχουν λεπτομερή καθοδήγηση για τις ουσιαστικές και διαδικαστικές πτυχές της διαδικασίας προσωρινών μέτρων του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Στόχος είναι να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια και διαφάνεια ως προς τη διεξαγωγή των διαδικασιών που αφορούν προσωρινά μέτρα, τις εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να χορηγηθούν τα μέτρα αυτά και το πότε μπορούν να επανεξεταστούν. Οι Πρακτικές Οδηγίες απευθύνονται σε (δυνητικούς) προσφεύγοντες, στους εκπροσώπους τους, στα Συμβαλλόμενα Μέρη και, γενικότερα, στους ενδιαφερόμενους φορείς.

II. Πεδίο εφαρμογής και λειτουργία της διαδικασίας προσωρινών μέτρων

A. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου

Όταν το Δικαστήριο υποδεικνύει προσωρινό μέτρο –κάτι που πράττει σε εξαιρετικές περιστάσεις– επιδιώκει να παράσχει προστασία έναντι επικείμενου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης. Συνεπώς, καλεί τους διαδίκους να εφαρμόσουν ένα τέτοιο μέτρο μόνον εφόσον, αφού εξετάσει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, κρίνει ότι το μέτρο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον των διαδίκων ή για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας. Τα προσωρινά μέτρα που υποδεικνύει το Δικαστήριο μπορούν να απαιτούν από τους διαδίκους να απέχουν από ορισμένες ενέργειες ή να τους καλούν να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα.

Η πρόσφατα κωδικοποιημένη διατύπωση του άρθρου 39 αναφέρει ότι τα προσωρινά μέτρα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις «επικείμενου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης σε δικαίωμα της Σύμβασης». Η έννοια της «ανεπανόρθωτης βλάβης σε δικαίωμα της Σύμβασης» έχει οριστεί ως βλάβη η οποία, λόγω της φύσεώς της, δεν θα ήταν επιδεκτική επανόρθωσης, επαναφοράς ή επαρκούς αποζημίωσης. Συναφώς, ο όρος «επαναφορά» πρέπει να νοείται ως επιστροφή στην κατάσταση που υπήρχε πριν επέλθει οποιαδήποτε βλάβη. Συνεπώς, το Δικαστήριο υποδεικνύει προσωρινά μέτρα όταν υπάρχει κίνδυνος ότι, χωρίς τα μέτρα αυτά, θα διαμορφωνόταν κατάσταση στην οποία η restitutio in integrum και άλλες μορφές επανόρθωσης δεν θα ήταν δυνατές, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε, στο τέλος της ενώπιόν του διαδικασίας, ότι αυτές δικαιολογούνται. Οι περιστάσεις μιας υπόθεσης πρέπει επομένως να υπερβαίνουν ένα υψηλό όριο σοβαρότητας για να ενεργοποιηθεί το άρθρο 39. Τα προσωρινά μέτρα υποδεικνύονται μόνο όταν υπάρχουν εκ πρώτης όψεως στοιχεία επικείμενου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης και όχι όταν οι προσφεύγοντες θα αντιμετώπιζαν απλώς δυσχέρειες ελλείψει προσωρινών μέτρων. Ως προς την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, βλ. κατωτέρω μέρος III.C.

Επομένως, το Δικαστήριο υποδεικνύει προσωρινά μέτρα, κατ’ αρχήν, μόνο σε εξαιρετικές υποθέσεις και μετά από αυστηρή εξέταση όλων των σχετικών περιστάσεων. Στις περισσότερες από τις υποθέσεις αυτές, τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν σαφώς υποστηρίξιμο ισχυρισμό περί πραγματικής απειλής για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα, με επακόλουθο πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά παράβαση των βασικών διατάξεων της Σύμβασης.

B. Όργανα λήψης αποφάσεων στη διαδικασία του άρθρου 39

Η εξουσία του Δικαστηρίου να αποφασίζει επί αιτημάτων προσωρινών μέτρων ασκείται από εφημερεύοντες δικαστές ή, κατά περίπτωση, από τον Πρόεδρο του Τμήματος, το Τμήμα, τον Πρόεδρο του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης ή τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου (άρθρο 39 § 2).

Εφημερεύοντες δικαστές είναι οι δικαστές που εκλέγονται Αντιπρόεδροι των πέντε Τμημάτων σύμφωνα με το άρθρο 8 §§ 1 και 2. Διορίζονται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 39 § 5, για να αποφασίζουν επί αιτημάτων προσωρινών μέτρων. Από το 2022, και οι πέντε Αντιπρόεδροι των Τμημάτων υπηρετούν ως εφημερεύοντες δικαστές. Στην πράξη, οι εφημερεύοντες δικαστές δεν εξετάζουν αιτήματα προσωρινών μέτρων κατά του Συμβαλλόμενου Μέρους σε σχέση με το οποίο ο συγκεκριμένος δικαστής έχει εκλεγεί ή του οποίου είναι υπήκοος.

Στην τροποποιημένη διατύπωση του άρθρου 39, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφάσισε να εισαγάγει ειδική νομική βάση που επιτρέπει στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, όταν είναι αναγκαίο, να υποδεικνύει προσωρινά μέτρα.

Τα αιτήματα προσωρινών μέτρων σε νέες ατομικές προσφυγές εξετάζονται πρωτίστως από εφημερεύοντες δικαστές, με τη συνδρομή ειδικευμένης μονάδας της Γραμματείας του Δικαστηρίου. Οι εφημερεύοντες δικαστές διατηρούν τη δυνατότητα να παραπέμψουν αίτημα προσωρινών μέτρων σε ένα από τα άλλα όργανα λήψης αποφάσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 39 § 2, συμπεριλαμβανομένων των συλλογικών οργάνων. Οι παραπομπές αυτές μπορούν να γίνουν σε διάφορες καταστάσεις και εξαρτώνται από τη φύση του αιτήματος, την υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλεται και τον βαθμό επείγοντος. Ο βαθμός αυτός μπορεί να σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η παραπομπή σε συλλογικό όργανο· στην περίπτωση αυτή ο εφημερεύων δικαστής μπορεί να αποφασίσει την προσωρινή εφαρμογή του άρθρου 39, μεταξύ άλλων για να διευκολύνει τη μεταγενέστερη εξέταση του αιτήματος προσωρινού μέτρου από τέτοιο όργανο. Η απόφαση να εξεταστεί αίτημα από συλλογικό όργανο ανήκει στο ίδιο το Δικαστήριο.

Τα αιτήματα προσωρινών μέτρων που υποβάλλονται σε διακρατικές προσφυγές, σε ατομικές προσφυγές εκκρεμείς ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης και σε κοινοποιημένες ατομικές προσφυγές που έχουν ήδη ανατεθεί σε Τμήματα εξετάζονται, κατ’ αρχήν, από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον Πρόεδρο του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης ή τους Προέδρους των Τμημάτων. Η δυνατότητα παραπομπής σε συλλογικό όργανο ισχύει επίσης όταν η αρμοδιότητα λήψης απόφασης ανήκει, σε πρώτο στάδιο, στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, στον Πρόεδρο του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης ή στους Προέδρους των Τμημάτων.

C. Διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με αιτήματα προσωρινών μέτρων

Μετά την επανεξέταση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του άρθρου 39 από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου το 2023, όλες οι κρίσεις του Δικαστηρίου σχετικά με προσωρινά μέτρα, ανεξάρτητα από τη φύση της απόφασης που εκδίδεται (για παράδειγμα, χορήγηση προσωρινών μέτρων, απόρριψη αιτημάτων, αναβολή της εξέτασης αιτημάτων, άρση υφιστάμενων προσωρινών μέτρων), κοινοποιούνται στους διαδίκους υπό τη μορφή απόφασης υπογεγραμμένης, κατά περίπτωση, από τον εφημερεύοντα δικαστή, τον Πρόεδρο του Τμήματος, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης ή τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Τα ονόματα των δικαστών που εκδίδουν αποφάσεις στη διαδικασία των προσωρινών μέτρων αναγράφονται συστηματικά στις αποφάσεις.

Οι αποφάσεις συνοδεύονται από επιστολή της Γραμματείας, η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία, καθώς και τυχόν οδηγίες προς τους διαδίκους ή αιτήματα που τους απευθύνονται.

Οι προσφεύγοντες ενημερώνονται για τις αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με αιτήματα προσωρινών μέτρων μέσω του ECHR Rule 39 Site, με φαξ ή ταχυδρομικώς.

Το Δικαστήριο μπορεί να υποδείξει προσωρινά μέτρα μέχρι νεωτέρας, για τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Όταν τα προσωρινά μέτρα χορηγούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα, τούτο μπορεί να συμβαίνει για διάφορους λόγους, όπως: εν αναμονή της λήψης σχετικών πληροφοριών από τους διαδίκους κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου· προκειμένου να δοθεί στα εσωτερικά δικαστήρια η δυνατότητα να εξετάσουν πλήρως, στο πλαίσιο εκκρεμών διαδικασιών, το ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο του αιτήματος προσωρινού μέτρου· επειδή κρίνεται ότι το αίτημα πρέπει να εξεταστεί από συλλογικό όργανο και απαιτείται περισσότερος χρόνος για τον προγραμματισμό συνεδρίασης· ή επειδή ο εφημερεύων δικαστής θεωρεί ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος πριν από την έκδοση απόφασης.

Όταν το Δικαστήριο έχει ζητήσει περισσότερες πληροφορίες, αμφότεροι οι διάδικοι καλούνται, βάσει του άρθρου 54 § 2 (a) του Κανονισμού του Δικαστηρίου, να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες εντός καθορισμένης προθεσμίας. Η διάρκεια της προθεσμίας αυτής εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης και το επείγον του αιτήματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μετά τη λήψη των πληροφοριών από τους διαδίκους, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει, να μην παρατείνει ή να άρει οποιοδήποτε ισχύον προσωρινό μέτρο.

Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να αποφασίσει να αναβάλει την εξέταση αιτημάτων προσωρινών μέτρων και να καλέσει τους διαδίκους να παράσχουν πληροφορίες, όταν ο βαθμός επείγοντος το επιτρέπει, σε υποθέσεις στις οποίες οι πληροφορίες που οι προσφεύγοντες ήταν σε θέση να υποβάλουν στο Δικαστήριο δεν επαρκούν για την εξέταση του αιτήματος και όταν κρίνεται εφικτό να ζητηθούν πληροφορίες από το εγκαλούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος πριν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση.

Όταν η εξέταση του αιτήματος αναβάλλεται, το εγκαλούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος ή αμφότεροι οι διάδικοι καλούνται, βάσει του άρθρου 54 § 2 (a), να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες εντός καθορισμένης προθεσμίας. Η διάρκεια της προθεσμίας αυτής εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης και τον βαθμό επείγοντος του αιτήματος. Μετά τη λήψη των πληροφοριών από τους διαδίκους, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αναβάλει εκ νέου την εξέταση του αιτήματος και να θέσει περαιτέρω ερωτήματα στους διαδίκους είτε να εκδώσει την απόφασή του επί του αιτήματος προσωρινών μέτρων.

Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να αποφασίσει να γνωστοποιήσει προσωρινό μέτρο στην Επιτροπή Υπουργών, βάσει του άρθρου 39 § 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, όταν το δικαιοδοτικό όργανο που το υπέδειξε κρίνει ότι η γνωστοποίηση δικαιολογείται. Σε τέτοιες περιστάσεις, οι διάδικοι ενημερώνονται για τη γνωστοποίηση.

Όταν προβάλλεται ότι εγκαλούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν έχει συμμορφωθεί με προσωρινό μέτρο και το Δικαστήριο αποφασίζει να κοινοποιήσει την προσφυγή ή μέρος της προσφυγής στο εγκαλούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, η Επιτροπή Υπουργών μπορεί επίσης να ενημερωθεί για κάθε ζήτημα που τίθεται σχετικά με τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης.

Αμφότεροι οι διάδικοι έχουν καθήκον να συνεργάζονται πλήρως στη διεξαγωγή της διαδικασίας και, ειδικότερα, να προβαίνουν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, σε κάθε ενέργεια που το Δικαστήριο θεωρεί αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. άρθρο 44A). Όσον αφορά τους προσφεύγοντες, αυτό συνεπάγεται καθήκον να διασφαλίζουν ότι τα αιτήματα προσωρινών μέτρων υποβάλλονται εγκαίρως και περιέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και έγγραφα (βλ. κατωτέρω παραγράφους 32–37). Είναι κρίσιμο οι προσφεύγοντες να μην καθυστερούν την υποβολή του αιτήματός τους προκειμένου να δημιουργήσουν μεγαλύτερο βαθμό επείγοντος. Τέτοιες καθυστερήσεις μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των προσφευγόντων, καθώς και την ικανότητα του Δικαστηρίου να χειριστεί αποτελεσματικά αιτήματα προσωρινών μέτρων. Όσον αφορά τα Συμβαλλόμενα Μέρη, σε πολλές περιπτώσεις, αν και όχι σε όλες, ο έλεγχος του βαθμού επείγοντος μπορεί να εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής τους. Το Δικαστήριο τονίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να ενημερώνουν εκ των προτέρων το Δικαστήριο όταν θεωρούν ότι ενδέχεται να επίκειται αίτημα βάσει του άρθρου 39, παρέχοντας παράλληλα κάθε σχετική πληροφορία.

Όπως εξηγήθηκε στην ανωτέρω παράγραφο 13, οι κρίσεις του Δικαστηρίου επί αιτημάτων προσωρινών μέτρων κοινοποιούνται στους διαδίκους υπό τη μορφή απόφασης υπογεγραμμένης από το δικαιοδοτικό όργανο που την εξέδωσε. Περαιτέρω αιτιολογία της κρίσης μπορεί να παρασχεθεί κατά τη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω δικαιοδοτικού οργάνου.

Δεν χωρεί ένδικο μέσο κατά οποιασδήποτε απόφασης σχετικά με αιτήματα προσωρινών μέτρων.

Το εγκαλούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, ωστόσο, να ζητήσει από το Δικαστήριο να επανεξετάσει την απόφασή του να υποδείξει προσωρινά μέτρα, εάν θεωρεί ότι τα μέτρα δεν είναι πλέον αναγκαία ή εάν διαθέτει πληροφορίες που δεν ήταν διαθέσιμες κατά τον κρίσιμο χρόνο ή δεν είχαν τεθεί εγκαίρως στη διάθεση του Δικαστηρίου. Δεν προβλέπεται καθορισμένη προθεσμία για την υποβολή τέτοιων αιτημάτων. Όταν παραλαμβάνεται αίτημα επανεξέτασης, μπορεί να ζητηθούν παρατηρήσεις από τον άλλο διάδικο, οι οποίες πρέπει να ληφθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξετάζει τις παρατηρήσεις των διαδίκων και εκδίδει την απόφασή του επί του αιτήματος επανεξέτασης βάσει όλων των επικαιροποιημένων και συναφών πραγματικών και νομικών στοιχείων.

Σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων, οι προσφεύγοντες μπορούν να υποβάλουν νέο αίτημα προσωρινών μέτρων όταν το αρχικό αίτημα δεν έχει γίνει δεκτό.

Προσωρινό μέτρο βάσει του άρθρου 39 μπορεί να αρθεί οποτεδήποτε με απόφαση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η υπόδειξη μέτρου βάσει του άρθρου 39 συνδέεται με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, το μέτρο θα αρθεί εάν δεν συνεχιστεί η προσφυγή.

Όταν δικαιολογείται, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να κηρύξει προσφυγή απαράδεκτη ταυτόχρονα με την απόρριψη αιτήματος προσωρινών μέτρων.

Σύμφωνα με την πολιτική προτεραιότητας του Δικαστηρίου, οι προσφυγές στις οποίες έχουν υποδειχθεί προσωρινά μέτρα εμπίπτουν στην κατηγορία των «Επειγουσών προσφυγών» (κατηγορία I). Συνεπώς, έχουν προτεραιότητα έναντι προσφυγών άλλων κατηγοριών και εξετάζονται και κρίνονται το ταχύτερο δυνατόν (βλ. περαιτέρω την Πολιτική προτεραιότητας του Δικαστηρίου).

III. Πρακτικές πληροφορίες σχετικά με τα προσωρινά μέτρα

Τα αιτήματα προσωρινών μέτρων εξετάζονται ατομικά, στο πλαίσιο γραπτής διαδικασίας, και αντιμετωπίζονται κατά προτεραιότητα. Σύμφωνα με την πρακτική του Δικαστηρίου, αιτήματα που προδήλως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39, πρόωρα αιτήματα και ελλιπή ή ατεκμηρίωτα αιτήματα δεν παραπέμπονται κατά κανόνα σε δικαστή για λήψη απόφασης και απορρίπτονται. Οι προσφεύγοντες ή οι εκπρόσωποί τους που υποβάλλουν αίτημα προσωρινού μέτρου βάσει του άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου πρέπει να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις που ορίζονται κατωτέρω2.

2 Είναι ουσιώδες να παρέχονται πλήρη στοιχεία επικοινωνίας.

A. Απαιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα

Τα αιτήματα θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να είναι σε μία από τις επίσημες γλώσσες των Συμβαλλόμενων Μερών και να υποβάλλονται μέσω του ECHR Rule 39 Site, με φαξ ή ταχυδρομικώς. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάζει αιτήματα που αποστέλλονται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

Πρέπει να περιέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες:

• Όνομα/ονόματα προσφεύγοντος

• Επώνυμο/επώνυμα προσφεύγοντος

• Τρέχουσα διεύθυνση του προσφεύγοντος ή τόπος κράτησης

• Ημερομηνία γεννήσεως

• Εθνικότητα/εθνικότητες

• Εάν υπάρχουν περισσότεροι προσφεύγοντες, «Όνομα/ονόματα», «Επώνυμο/επώνυμα», «Τρέχουσα διεύθυνση», «Ημερομηνία γεννήσεως» και «Εθνικότητα/εθνικότητες» για κάθε προσφεύγοντα

• Όνομα/ονόματα, επώνυμο/επώνυμα, διεύθυνση και ιδιότητα του εκπροσώπου, εφόσον υπάρχει

• Κράτος/Κράτη κατά του οποίου/των οποίων υποβάλλεται το αίτημα

Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που αναφέρονται κατωτέρω θα πρέπει επίσης να υποβάλλονται μαζί με το αίτημα.

A. Λόγοι του αιτήματος προσωρινών μέτρων:

1. Λεπτομερής περιγραφή της τρέχουσας κατάστασης·

2. Φύση του προβαλλόμενου επικείμενου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης·

3. Αντίγραφο όλων των σχετικών εγγράφων (πρόσφατες ιατρικές εκθέσεις, φωτογραφίες, έγγραφα που αποδεικνύουν την ευαλωτότητα του προσφεύγοντος, δημοσιεύματα ή εκθέσεις σχετικά με την κατάσταση του προσφεύγοντος κ.λπ.)·

4. Σε υποθέσεις απομάκρυνσης/απέλασης/έκδοσης:

a. Λεπτομερείς λόγοι αποχώρησης από τη χώρα προέλευσης/χώρα προορισμού·

b. Λόγοι φόβου επιστροφής στη χώρα προέλευσης/χώρα προορισμού·

c. Πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τις περιστάσεις άφιξης στο Συμβαλλόμενο Μέρος·

d. Χώρα προορισμού·

e. Προβλεπόμενη ημερομηνία απομάκρυνσης/απέλασης/έκδοσης·

f. Αντίγραφο όλων των σχετικών εγγράφων (εντάλματα έρευνας, εντάλματα σύλληψης, ποινικές καταδίκες, δημοσιεύματα ή εκθέσεις σχετικά με τον προσφεύγοντα, εκθέσεις για τη χώρα κ.λπ.).

B. Πληροφορίες σχετικά με τις εσωτερικές ένδικες διαδικασίες στο Συμβαλλόμενο Μέρος:

1. Πληροφορίες σχετικά με τις εσωτερικές ένδικες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας και του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων και των ένδικων μέσων·

2. Κάθε άλλη σχετική πληροφορία που αφορά ένδικες διαδικασίες ενώπιον των εθνικών αρχών·

3. Αντίγραφο όλων των σχετικών εγγράφων (αντίγραφα αποφάσεων εθνικών αρχών, δικαστικών αποφάσεων, αιτήσεων που υποβλήθηκαν στις εθνικές αρχές και στα δικαστήρια κ.λπ.)·

4. Σε υποθέσεις απομάκρυνσης/απέλασης/έκδοσης:

a. Πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία ασύλου, εφόσον υπάρχει·

b. Πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία απομάκρυνσης·

c. Αντίγραφο όλων των σχετικών εγγράφων.

C. Άρθρα της Σύμβασης στα οποία αναφέρεται το αίτημα.

D. Δεόντως συμπληρωμένο έντυπο πληρεξουσίου, εάν το αίτημα υποβάλλεται από εκπρόσωπο. Το έντυπο μπορεί να αποσταλεί λίγο μετά την υποβολή του αιτήματος. Τα αιτήματα προσωρινών μέτρων προϋποθέτουν τη συναίνεση των προσφευγόντων.

E. Αριθμός καταχώρισης από το Δικαστήριο, εφόσον διαθέτετε ήδη τέτοιον αριθμό για το παρόν αίτημα.

F. Κάθε άλλη πληροφορία και έγγραφο που θεωρείτε αναγκαία.

Η μη υποβολή των προαναφερόμενων πληροφοριών και εγγράφων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί το αίτημα προσωρινών μέτρων ατεκμηρίωτο ή ελλιπές.

Η απλή παραπομπή σε επιχειρήματα που εκτίθενται σε άλλα έγγραφα ή σε εσωτερικές διαδικασίες δεν αρκεί. Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που μνημονεύονται ανωτέρω πρέπει να επισυνάπτονται σε κάθε αίτημα.

Το Δικαστήριο δεν θα επικοινωνεί κατ’ ανάγκην με προσφεύγοντες των οποίων το αίτημα προσωρινών μέτρων είναι ελλιπές.

B. Έγκαιρη υποβολή αιτημάτων

Τα αιτήματα προσωρινών μέτρων θα πρέπει κανονικά να αποστέλλονται το συντομότερο δυνατόν μετά τη λήψη της τελικής εσωτερικής απόφασης, ώστε το Δικαστήριο και η Γραμματεία του να έχουν επαρκή χρόνο για να εξετάσουν το ζήτημα. Το Δικαστήριο ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εξετάσει αιτήματα σε υποθέσεις απέλασης ή έκδοσης που παραλαμβάνονται λιγότερο από μία εργάσιμη ημέρα πριν από τον προγραμματισμένο χρόνο απομάκρυνσης3.

Όταν επίκειται η τελική εσωτερική απόφαση και υπάρχει κίνδυνος άμεσης εκτέλεσης, ιδίως σε υποθέσεις απέλασης ή έκδοσης, οι προσφεύγοντες και οι εκπρόσωποί τους θα πρέπει να υποβάλλουν το αίτημα προσωρινών μέτρων χωρίς να αναμένουν την απόφαση αυτή, αναφέροντας σαφώς την ημερομηνία κατά την οποία θα εκδοθεί και ότι το αίτημα τελεί υπό την προϋπόθεση αρνητικής τελικής εσωτερικής απόφασης.

3 Ο κατάλογος των επίσημων και άλλων αργιών κατά τις οποίες η Γραμματεία του Δικαστηρίου είναι κλειστή είναι διαθέσιμος στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου: www.echr.coe.int/contact.

C. Εσωτερικά ένδικα μέσα με ανασταλτικό αποτέλεσμα

Το Δικαστήριο δεν εξετάζει ένδικα μέσα κατά αποφάσεων των εσωτερικών δικαστηρίων και οι προσφεύγοντες σε υποθέσεις απέλασης ή έκδοσης θα πρέπει να ασκούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα που είναι ικανά να αναστείλουν την απομάκρυνση πριν ζητήσουν από το Δικαστήριο προσωρινά μέτρα. Όταν ο προσφεύγων εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα άσκησης εσωτερικών ένδικων μέσων με ανασταλτικό αποτέλεσμα, το Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει το άρθρο 39 για να αποτρέψει την απομάκρυνση.

D. Απομάκρυνση προσώπου προς Συμβαλλόμενο Μέρος

Όταν πρόσωπο του οποίου το αίτημα προσωρινού μέτρου έχει απορριφθεί απομακρύνεται προς άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να υποβάλει νέο αίτημα κατά του Κράτους αυτού βάσει του άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου ή προσφυγή βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης.

E. Παρακολούθηση των αιτημάτων

Μετά την υποβολή αιτήματος προσωρινών μέτρων, ο προσφεύγων ή ο εκπρόσωπός του οφείλει να παρακολουθεί την εξέλιξή του και να απαντά στην αλληλογραφία της Γραμματείας του Δικαστηρίου.

Ο προσφεύγων θα πρέπει να επιδεικνύει επιμέλεια στην αλληλογραφία του με τη Γραμματεία του Δικαστηρίου. Είναι ουσιώδες να ενημερώνεται αμέσως το Δικαστήριο για κάθε μεταβολή στο διοικητικό καθεστώς του προσφεύγοντος ή σε άλλες περιστάσεις (για παράδειγμα, αν χορηγηθεί στον προσφεύγοντα άδεια διαμονής, αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή αλλάξει με άλλον τρόπο διεύθυνση, αν υπάρξει μεταβολή στην ημερομηνία και την ώρα απομάκρυνσης ή αν εκδοθεί νέα δικαστική απόφαση ή σημειωθεί άλλη εξέλιξη σχετική με το αίτημα του προσφεύγοντος).

Όταν έχει εφαρμοστεί μέτρο, ο προσφεύγων ή ο εκπρόσωπός του πρέπει να ενημερώνει τακτικά και άμεσα το Δικαστήριο σχετικά με την κατάσταση οποιασδήποτε εκκρεμούς εσωτερικής διαδικασίας. Η παράλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει στη διαγραφή της υπόθεσης από το πινάκιο του Δικαστηρίου.

Όταν έχει απορριφθεί αίτημα προσωρινού μέτρου, ο προσφεύγων ή ο εκπρόσωπός του θα πρέπει να ενημερώνει το Δικαστήριο εάν επιθυμεί να συνεχίσει την προσφυγή. Ο εκπρόσωπος του προσφεύγοντος πρέπει επίσης, με δική του πρωτοβουλία, να ενημερώνει αμέσως το Δικαστήριο για κάθε ενδεχόμενη απώλεια επαφής με τον προσφεύγοντα.

Όταν το αίτημα υποβλήθηκε μέσω του ECHR Rule 39 Site και στη συνέχεια έκλεισε στον ιστότοπο μετά την κοινοποίηση απόφασης στον προσφεύγοντα ή στον εκπρόσωπό του, η περαιτέρω αλληλογραφία προς το Δικαστήριο πρέπει να αποστέλλεται με φαξ ή ταχυδρομικώς. Αλληλογραφία που απευθύνεται απευθείας σε δικαστή, Πρόεδρο Τμήματος, τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή μέλος του προσωπικού της Γραμματείας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν θα λαμβάνεται υπόψη.